Vovousa Festival blog

Η Βωβούσα στο Tagesspiegel

31/08/2015 - Journal -

Η φίλη του φεστιβάλ Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε ένα υπέροχο άρθρο στο γερμανικό Tagesspiegel σχετικά με την εμπειρία της στη Βωβούσα, το οποίο θα δημοσιευτεί και στο “Greece is”, το νέο περιοδικό της Καθημερινής.

Μπορείτε να το διαβάσετε στο παρακάτω link

Για όσους δεν ξέρουν Γερμανικά, σας παραθέτουμε τη μετάφραση:

Το Φεστιβάλ της Βωβούσας, στη Βόρεια Πίνδο, είναι μια πρωτότυπη πολιτιστική διαμαρτυρία, ένας αγώνας προστασίας της φύσης. Το σχέδιο δημιουργίας ενός δεύτερου υδατοφράγματος στον ποταμό Αώο, σχέδιο μεγάλων συμφερόντων -όπως είναι συνήθως τα σχέδια που προσπαθούν να γυρίσουν ένα ποτάμι ανάποδα- κινητοποίησε μια ολόκληρη κοινωνία. Οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής διαμαρτύρονται όχι μόνο με υπομνήματα στο Υπουργείο και με γνωμοδοσίες του Εθνικού Πάρκου, αλλά και με αγώνες mountain bike, κινηματογραφικές προβολές, σεμινάρια, διαλέξεις.

Η δική μου διάλεξη είχε για θέμα τον “Τόπο στη λογοτεχνία”. Όταν έφτασα στη Βωβούσα άλλαξα άρδην τα όσα σκόπευα να πω. Ένιωσα μεγάλη αμηχανία που δεν ήξερα τίποτα για το Εθνικό Πάρκο Βορείας Πίνδου, το μεγαλύτερο χερσαίο Εθνικό Πάρκο της Ελλάδας. Ο ξενοδόχος μας, Αντώνης Σταγκογιάννης, που είναι και ξεναγός στο πάρκο, μας είπε ότι στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου περικλείονται δύο προυπάρχοντες εθνικοί δρυμοί, έντεκα περιοχές του Πανευρωπαικού Δικτύου Προστατευόμενων Περιοχών “NATURA 2000” κι έντεκα καταφύγια άγριας ζωής. Αλλά δε χρειαζόταν να μας πει πολλά. Η φύση έχει τον τρόπο της να επιβάλλεται. Η πεζοπορία μας στο ιερό δάσος της Αγίας Παρασκευής (ιερά δάση ήταν το προσωνύμιο που είχαν βρει οι πρόγονοί μας για να προστατεύουν τη φύση χωρίς νόμους) ήταν η καλύτερη εκπαίδευση, η γνωριμία μιας ανέγγιχτης ορεινής Ελλάδας με δάση εκατοντάδων ετών.
Έτσι προτίμησα στο σεμινάριό μου να μιλήσω για τη λογοκρισία της ορεινής ζωής στην εθνική μας λογοτεχνία, που δεν θέλησε να ανθολογήσει στα σχολικά αναγνώσματα λασπότοπους, σταυραετούς, πουρνάρια, αλλά προέκρινε τη περιγραφή μιας Ελλάδας σχεδόν αμιγώς νησιωτικής. Τα δυο μας Νόμπελ, Σεφέρης και Ελύτης, τραγούδησαν κυρίως τον ήλιο του Αιγαίου, “Φωτόδεντρα” και “Μικρούς ναυτίλους”. Χάσαμε έτσι στη καταγραφή της εθνικής λογοτεχνίας –η οποία εκλαικεύει την τοπογραφία και κατευθύνει τη συνείδηση, όπως κάθε εθνική καταγραφή- τη μυρωδιά των δασών και της λάσπης, τα πεύκα και τα βαθύσκιωτα δάση οξιάς.

Όμως το λάθος δεν είναι ολότελα δικό μας. Όπως πάντα, έτσι κι εδώ οι Έλληνες, είδαν τη χώρα τους, μέσα από τα μάτια των άλλων- προσκυνητών, περιηγητών, φωτογράφων, αρχαιολόγων, ιστορικών που αναζήτησαν στην Ελλάδα κυρίως τη νησιωτική παράδοση και συνδέθηκαν ρομαντικά μαζί της.Δημιουργήθηκε έτσι μια επιβεβλημένη ελληνικότητα, μια καρτ-ποστάλ της νοσταλγίας του Νότου, του γιασεμιού και του σοβαντισμένου σπιτιού των Κυκλάδων. Όμως χρειάζεται κι εδώ μια ποσόστωση. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στη ζωή: να μην πηγαίνουν π.χ. όλα τα ευρωπαϊκά κονδύλια σε αποζημιώσεις αγροτών για τα πορτοκάλια που πάγωσαν, αλλά και σε κτηνοτρόφους που ζουν σε βιότοπους σαν κι αυτόν της Πίνδου και πρέπει να εξοικιωθούν με τα άγρια ζώα, να μην τα βλέπουν ως εχθρό τους.

Ρομαντικό δεν είναι μόνο το ηλιοβασίλεμα στις Κυκλάδες, αλλά και το τελευταίο ζευγάρι ασπροπάρηδων -σπάνιων γερακιών απειλούμενων παγκοσμίως με εξαφάνιση- που ζουν στο Εθνικό Πάρκο της Πίνδου.

FOTO: IMAGO/BLICKWINKEL