Vovousa Festival blog

Μια φορά κι έναν καιρό στα ελληνικά βουνά…

08/06/2016 - Journal -

Με βάση τη Νέα Υόρκη, ο Έλληνας φωτογράφος Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης λέει polaroid ιστορίες για αγρίους, από αυτές που απαιτούν δάση και ένα παχύ στρώμα ομίχλης για να ξετυλιχθούν όπως τους αξίζει.

Ένα άτακτο παιδί γυρνάει στους μυθικούς τόπους της παιδικής του ηλικίας για να ανακαλύψει ξανά τα ελληνικά βουνά και να τα κάνει δικά του. Ο Αλέξανδρος Λαμπρόβασίλης, ένας φωτογράφος που έχει ψηθεί κάτω από το λαμπρό ήλιο της Λήμνου – τη γενέτειρα της μητέρας του – ψηλαφίζει την πατρική του κληρονομιά, τα Τζουμέρκα, αφήνοντας για λίγο πίσω τον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Το Φεστιβάλ Βωβούσας παρουσιάζει το “Tzoumerka Instant”, μια σειρά τρυφερών polaroid που εκτίθενται για πρώτη φορά στο κοινό, και σας καλεί να κάνετε κι εσείς το ίδιο…

Τελικά τι προτιμάς, τα Τζουμέρκα ή τη Λήμνο;

Ήταν πρακτικό το ζήτημα: οι γονείς της μαμάς μου, που ζούσαν στο νησί της Λήμνου, μπορούσαν να με κάνουν πιο εύκολα καλά, εμένα που ήμουν αντάρτης, οπότε πήγαινα κάθε καλοκαίρι για 3 μήνες στο νησί από 8 μηνών. Στην Ήπειρο, στα μέρη του πατέρα μου, πηγαίναμε μεν, αλλά όχι με την ίδια συχνότητα και όχι για τόσο πολύ μεγάλο διάστημα.

Από ποιο χωριό κατάγεται ο πατέρας σου;

Από ένα σύμπλεγμα που λέγεται Κεντρικόν, πάνω στον Άραχθο ποταμό, σχετικά κοντά στο γεφύρι της Πλάκας.

Πότε και με τι αφορμή έγινε η φωτογράφιση;

Έγινε το 2010. Σαν ταμπεραμέντο, προτιμώ την ανοιχτωσιά και ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς αλλά και του είναι μου προκύπτει από τη Λήμνο. Το χειμώνα όμως τα βουνά είναι μαγικά! Αυτό το ταξίδι έγινε μες στο καταχείμωνο, Γενάρη μήνα, κι αυτή η αίσθηση που προκαλεί ένα ορεινό περιβάλλον γεμάτο δέντρα που κυριολεκτικά ξεφυτρώνουν μέσα από τα βράχια είναι συγκλονιστικό! Αν ψάχνεις λοιπό κάτι τέτοιο, θα το βρεις μόνο στην Ήπειρο. Έχοντας λοιπόν τα Τζουμέρκα ως τόπο καταγωγής – ένα περιβάλλον οικείο, προσβάσιμο και μαγευτικό – αποφάσισα να προσεγγίσω τη δική μου ιστορία και τις δικές μου αναμνήσεις μέσα από τις εικόνες.

Τι ιστορία προσπαθείς λοιπόν να πεις μέσα από την έκθεση “Tzoumerka Instant” στο φετινό Φεστιβάλ Βωβούσας;

Το “Tzoumerka Instant” προέκυψε από μια διαδρομή που έκανα με ένα φίλο στα βουνά, χωρίς λόγο, σκοπό και αντικείμενο. Αυτό που κάνω συνήθως είναι να μπαίνω μες στο αμάξι και να γυρνάω από δω κι από εκεί, κι όπου δω κάτι που μου τραβάει την προσοχή, σταματάω και φωτογραφίζω. Ήξερα όμως ότι σε ένα περιβάλλον γνωστό, αλλά λιγότερο οικείο από αυτό της Λήμνου, θα είχα πολλά να ανακαλύψω, κι αυτό από μόνο του είναι μεγάλο προσωπικό κέρδος. Στο “Tzoumerka Instant” τσαλαβουτώ στην προσωπική μου ιστορία και χρησιμοποιώ τη φωτογραφία σαν εργαλείο, πιο πολύ για να ρωτήσω παρά για να απαντήσω. Είτε φωτογραφίζω με την polaroid στο βουνό, είτε με την ψηφιακή στη Νέα Υόρκη, είτε με τα φιλμ στη Λήμνο, όταν βάζω μια φωτογραφική ανάμεσα σε μένα και σε αυτό που είναι μπροστά μου, ο σκοπός μου είναι να διερευνήσω ερωτηματικά.

Τι αναμνήσεις έχεις από την Ήπειρο ως παιδί;

Θυμάμαι ένα Πάσχα που είχα φάει 10 αυγά και είχα πρηστεί και έπρεπε να πάρω κορτιζόνες! Οι αναμνήσεις που έχω είναι όμορφες και οικογενειακές. Όταν ήμασταν πιτσιρίκια, επειδή το περιβάλλον εκεί είναι λίγο πιο άγριο – βουνά, ποτάμια κτλ – εγώ και η αδερφή μου ήμασταν εκ των πραγμάτων πιο περιορισμένοι και μερικές φορές με έτρωγε η βαριεστημάρα! Αργότερα όμως, όταν μπόρεσα να ανακαλύψω το μέρος από πρώτο χέρι, κατάλαβα ότι είναι πραγματικά μαγικό.

Γιατί διάλεξες το polaroid; Μίλα μου λίγο για τον κύκλο ζωής του.

Α, μου αρέσει πάρα πολύ! Όπως είπα πιο πριν, αν αυτό που αναζητάς είναι η αίσθηση των βουνών πρέπει να πας στην Ήπειρο. Έτσι και το polaroid, σαν μέσο αποτύπωσης έχει τη δική του αφήγηση, έχει το δικό του μοναδικό τρόπο να ξεκινάει το “Once upon a time”. Σε βάζει κατευθείαν μέσα σε μια ιστορία. Το polaroid είναι για μένα ίσως η ευτυχέστερη στιγμή της φωτογραφίας, γιατί το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι απόλυτα ταιριαστό στα ανθρώπινα μέτρα. Είναι ένα αντικείμενο λίγων μόλις εκατοστών, που σου μεταφέρει με τρόπο κυριολεκτικό τις βασικές αρχές της φωτογραφίας και σου προσφέρει μιας αισθητική ερμηνεία της εικόνας που αποτυπώνει. Σαν αντικείμενο είναι πολύ γλυκό και τρυφερό κι αυτό το κάνει ελκυστικό στο θεατή. Δεν φοβίζει, όπως ας πούμε μια φωτογραφία τριών μέτρων! Πολύ συχνά, ένα ελάχιστης αξίας καρέ – που κοστίζει το πολύ 5 Ευρώ –  κλείνει μέσα του μια ιστορία συγκλονιστική.

Για περισσότερες πληροφορίες για τον Αλέξανδρο Λαμπροβασίλη και τη δουλειά του, επισκεφτείτε: www.lambrovassilis.com